Meaning of θερμόλυση | Babel Free
/θeɾˈmo.li.si/Ορισμοί
η χημική αντίδραση διάσπασης μιας χημικής ένωσης σε δύο ή περισσότερα χημικά στοιχεία ή ενώσεις με τη συνδρομή της θερμότητας (π.χ. το ανθρακικό ασβέστιο διασπάται θερμικά σε οξείδιο ασβεστίου και διοξείδιο του άνθρακα: CaCO3 → CaO + CO2)
Ισοδύναμα
English
thermolysis
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.