θερμόλυση
Ορισμοί
η χημική αντίδραση διάσπασης μιας χημικής ένωσης σε δύο ή περισσότερα χημικά στοιχεία ή ενώσεις με τη συνδρομή της θερμότητας (π.χ. το ανθρακικό ασβέστιο διασπάται θερμικά σε οξείδιο ασβεστίου και διοξείδιο του άνθρακα: CaCO3 → CaO + CO2)
Ισοδύναμα
2 more languages
DeutschThermolyse
Suomitermolyysi
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free