Meaning of θεριό | Babel Free
/θeɾˈʝo/Ορισμοί
-
το θηρίο vulgar
-
κάποιος ή κάτι με ασυγκράτητη δύναμη ή αγριότητα figuratively
Παραδείγματα
“είναι θεριό ανήμερο”
“※ —Ζορμπά … Θα τρώμε και θα πίνουμε μαζί. Κι ύστερα θα παίζεις σαντούρι. —Αν έχω κέφι, ακούς; Αν έχω κέφι. Να σου δουλεύω όσο θες σκλάβος σου! Μα το σαντούρι είναι άλλο πράμα. Είναι θεριό, θέλει λευτεριά. Αν έχω κέφι, θα παίζω· θα τραγουδώ κιόλα. Και θα χορεύω.... (Νίκος Καζαντζάκης (1946). Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά [μυθιστόρημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.