HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

θεοφορικό

Επίθετο CEFR B2

Ορισμοί

  1. αιτιατική ενικού του θεοφορικός
    accusative, singular
  2. ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θεοφορικός
    accusative, neuter, nominative, singular, vocative
  3. λέξη που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την προέλευση ονομάτων, όταν αυτά προέρχονται από όνομα κάποιου θεού

Ισοδύναμα

Englishtheophoric
Españolteofórico
Françaisthéophore
4 more languages
Italianoteoforo
Portuguêsteofórico
Русскийтеофорный

Παραδείγματα

“※ όπου τονίζει ότι κανένα θεοφορικό που σχηματίζεται από το Ίσις (Αρχαιολογικόν δελτίον, τόμος 49, μέρος1 - τόμος 50, μέρος 1, Τυπογραφείον «Εστία», 1998, σελ. 57)”
“※ Πρόκειται για ένα θεοφορικό όνομα ... με βάση το όνομα .... του λυκικού Απόλλωνα (Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την Υστερη Αρχαιότητα, Κέντρο ελληνικής γλώσσας, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2001, σελ. 668)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη θεοφορικό σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free