Meaning of θεοτικά | Babel Free
Ορισμοί
-
ενέργειες που γίνονται να προσελκυστεί η ευμένεια μιας θεότητας ή το έλεός της ή αναφέρεται σ’ αυτές (ιδίως για θεραπεία νόσου) vulgar
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του θεοτικός accusative, neuter, nominative, plural, vocative
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.