Meaning of θεμελιώνω | Babel Free
/θe.me.liˈo.no/Ορισμοί
- βάζω τα θεμέλια σε μια οικοδομή ή σε ένα τεχνικό έργο
-
τοποθετώ τον θεμέλιο λίθο σε μια επίσημη εκδήλωση για την έναρξη των εργασιών ανέγερσης ενός κτιρίου ή έργου figuratively
-
αποδεικνύω με τεκμήρια π.χ. ένα επιχείρημα figuratively
- θέτω τις βάσεις για μια θεωρία, μια επιστήμη κ.λπ.
Ισοδύναμα
English
Found
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.