Meaning of θεμελιώδης | Babel Free
/θe.me.liˈo.ðis/Ορισμοί
- σχετικός με τα θεμέλια
- πρωταρχικής σημασίας
- ο πρώτος αρμονικός τόνος, η θεμελιώδης συχνότητα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Η παλιγγενεσία αποτελεί εντροπική έκφανση. Το νέο έχει δική του υπόσταση, και σε βάθος γενεών η συσχέτιση με το παρελθόν καθίσταται περισσότερο συναισθηματική παρά θεμελιώδης. (Πολιτικολογίες: Παλιγγενεσία... από τι; kavalanews.gr, 22/03/2024 https://www.kavalanews.gr/40838-politikologies-paliggenesia.html)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.