HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of θεμελιώδης | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/θe.me.liˈo.ðis/

Ορισμοί

  1. σχετικός με τα θεμέλια
  2. πρωταρχικής σημασίας
  3. ο πρώτος αρμονικός τόνος, η θεμελιώδης συχνότητα

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Η παλιγγενεσία αποτελεί εντροπική έκφανση. Το νέο έχει δική του υπόσταση, και σε βάθος γενεών η συσχέτιση με το παρελθόν καθίσταται περισσότερο συναισθηματική παρά θεμελιώδης. (Πολιτικολογίες: Παλιγγενεσία... από τι; kavalanews.gr, 22/03/2024 https://www.kavalanews.gr/40838-politikologies-paliggenesia.html)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See θεμελιώδης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course