Meaning of θειονύλιο | Babel Free
Ορισμοί
δισθενής ανόργανη ρίζα με σύσταση SO, που δρα ως ηλεκτροφιλική ομάδα σε θειώδεις ενώσεις και παράγεται από το θειώδες οξύ με απομάκρυνση δύο υδροξυλοομάδων
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.