Meaning of θαρραλέος | Babel Free
/θa.raˈle.os/Ορισμοί
- που έχει θάρρος
- που φανερώνει θάρρος, δύναμη, ψυχικό σθένος, ίσως και υποτίμηση του κινδύνου
Παραδείγματα
“μία θαρραλέα πράξη”
a courageous deed
“ένας θαρραλέος πολεμιστής”
a brave warrior
“Δεν φοβάται το σκοτάδι, είναι θαρραλέο παιδί”
“θαρραλέα προσπάθεια”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.