Meaning of θανάσιμος | Babel Free
Ορισμοί
- που επιφέρει το θάνατο
-
πολύ οδυνηρός ως προς τα αποτελέσματά του figuratively
- που φτάνει μέχρι το θάνατο
Ισοδύναμα
English
Mortal
Παραδείγματα
“Near-synonym: θανατηφόρος (thanatifóros)”
“θανάσιμος τραυματισμός”
“η θανάσιμη παγίδα του ρατσισμού”
“θανάσιμο μίσος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.