Meaning of θαμιστικός ενεστώτας | Babel Free
/θa.mi.stiˈkos e.neˈsto.tas/Ορισμοί
παράγωγος ενεστώτας της αρχαίας ελληνικής που λήγει σε -σκω και έχει την έννοια της επανάληψης ή συχνής εκτέλεσης της ενέργειας του βασικού ρήματος π.χ. (αμετάβατο) *δάω «μαθαίνω» > (μεταβατικό) διδάσκω «μαθαίνω κάποιον επανειλημμένα, διδάσκω»
Παραδείγματα
“※ 2013 «διδάσκω» - Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.”
“※ 2013 «δάω» - Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.