Meaning of θαλαμηπόλος | Babel Free
/θa.la.miˈpo.los/Ορισμοί
το μέλος του προσωπικού που φροντίζει για τη καθαριότητα και την τακτοποίηση των δωματίων σε πλωτό μέσο
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.