Meaning of θαλάσσιο | Babel Free
/θaˈla.si.o/Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του θαλάσσιος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θαλάσσιος
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.