Meaning of θαλάσσια αύρα | Babel Free
/θaˈla.si.a ˈa.vɾa/Ορισμοί
ο άνεμος που πνέει κατά τη διάρκεια θερμών ημερών από τη μεριά της θάλασσας προς την ξηρά λόγω της θερμοκρασιακής διαφοράς που υπάρχει στις πάνω από αυτές αέριες μάζες
Ισοδύναμα
English
sea breeze
Παραδείγματα
“※ Η θαλάσσια αύρα που πνέει συχνά στη περιοχή κατά τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες βοηθάει στο φυσικό δροσισμό και βέβαια στο μετριασμό των υψηλών θερμοκρασιών κατά τις περιόδους καύσωνα. (Αμμόλοφοι: Η εντυπωσιακή παραλία των δυο χωρών και των τεσσάρων νομών, cnn.gr, 10 Αυγούστου 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.