HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ηπειρωτικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. σχετικός με την ήπειρο
  2. που αναφέρεται στην Ήπειρο και τους Ηπειρώτες
  3. Το ουδέτερο πληθυντικός ως ουσ. Τα ηπειρωτικά

Ισοδύναμα

English continental

Παραδείγματα

“οι ωκεανοί και ο ηπειρωτικός φλοιός”

the oceans and continental crust

“τα ηπειρώτικα τραγούδια”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ηπειρωτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course