Meaning of ηλιόσφαιρα | Babel Free
/i.liˈo.sfe.ɾa/Ορισμοί
διαστρική περιοχή (με μεταβαλλόμενη ταχύτητα, πυκνότητα, μαγνητικό πεδίο και θερμοκρασία) με υδρογόνο, ήλιο και άλλα υλικά από τον ήλιο, που φτάνουν εκεί με τον ηλιακό άνεμο
neologism
Ισοδύναμα
English
heliosphere
Παραδείγματα
“※ Το δεύτερο σύνολο μετρήσεων που πραγματοποίησε το «Voyager-2» αποκάλυψε ακόμα περισσότερα στοιχεία για τη φύση των ορίων της Ηλιόσφαιρας, κυρίως επειδή το ειδικό όργανο του σκάφους, που είχε σχεδιαστεί για να μετράει τις ιδιότητες του πλάσματος, έσπασε το 1980. (Στον διαστρικό χώρο το «Voyager-2», 40 χρόνια μετά την εκτόξευσή του, εφημερίδα Η Καθημερινή, 16 Νοεμβρίου 2019)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.