Meaning of ηλιοτρόπιο | Babel Free
/i.li.oˈtɾo.pi.o/Ορισμοί
- ονομασία 250 περίπου ειδών αγγειόσπερμων ποωδών ή θαμνωδών φυτών του γένους Heliotropium, της οικογένειας Βοραγινιοειδή (Boraginaceae)
- άλλη ονομασία του φυτού ηλίανθος
- είδος σκουροπράσινου ορυκτού πετρώματος με κοκκινωπές κηλίδες, που χρησιμεύει και ως ημιπολύτιμος λίθος
Παραδείγματα
“(formal), ήλιος (ílios) (colloquial)”
“χαρτί ηλιοτροπίου”
litmus paper
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.