HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ηλιοστάσιο | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/i.li.oˈsta.si.o/

Ορισμοί

  1. το ημερονύκτιο του έτους κατά το οποίο η χρονική διαφορά μεταξύ ημέρας και νύχτας μεγιστοποιείται
  2. θερινό ηλιοστάσιο: στις 21 Ιουνίου έχουμε τη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας και τη μικρότερη νύχτα για όλο το έτος
  3. χειμερινό ηλιοστάσιο: στις 21 Δεκεμβρίου έχουμε τη μεγαλύτερη νύχτα και τη μικρότερη μέρα του έτους

Ισοδύναμα

English Solstice

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ηλιοστάσιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course