Meaning of ηλιοθεραπεία | Babel Free
/i.ʎo.θe.ɾaˈpi.a/Ορισμοί
η εκούσια έκθεση του γυμνού σώματος στον ήλιο με σκοπό το μαύρισμα και την απόκτηση βιταμίνης D
Ισοδύναμα
English
heliotherapy
Παραδείγματα
“Κολυμπάω και μετά κάνω ηλιοθεραπεία.”
I swim and afterwords I work on my tan.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.