Meaning of ηλιθιότητα | Babel Free
/iliθiˈotita/Ορισμοί
-
η ιδιότητα του ηλίθιου, η έλλειψη εξυπνάδας singular-only
- ηλίθιος λόγος ή ενέργεια
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Άρχισε να λέει πάλι ηλιθιότητες.”
He's starting talking rubbish again.
“ώρες ώρες λέει κάτι ηλιθιότητες αυτό το παιδί”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.