HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ηλεκτροπόρωση | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

(χημεία, βιοχημεία_ μέθοδος με την οποία κύτταρα που δέχονται ηλεκτρικό ερεθισμό δημιουργούν προσωρινούς πόρους στη μεμβράνη τους επιτρέποντας έτσι κάποιες ουσίες να εισέλθουν στο εσωτερικό τους

Παραδείγματα

“Με την ηλεκτροπόρωση πραγματοποιείται η είσοδος DNA, πρωτεϊνών κ.ά. μέσα σε κύτταρα.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ηλεκτροπόρωση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course