Meaning of ηλεκτροπόρωση | Babel Free
Ορισμοί
(χημεία, βιοχημεία_ μέθοδος με την οποία κύτταρα που δέχονται ηλεκτρικό ερεθισμό δημιουργούν προσωρινούς πόρους στη μεμβράνη τους επιτρέποντας έτσι κάποιες ουσίες να εισέλθουν στο εσωτερικό τους
Παραδείγματα
“Με την ηλεκτροπόρωση πραγματοποιείται η είσοδος DNA, πρωτεϊνών κ.ά. μέσα σε κύτταρα.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.