Meaning of ηλεκτροπληξία | Babel Free
Ορισμοί
η διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος μεγάλης τάσης ή/και έντασης από τους ιστούς ζωντανού οργανισμού, συνήθως ως αποτέλεσμα ατυχήματος, καθώς και οι βλάβες που προκαλούνται εξαιτίας της έκθεσης αυτής (π.χ. στο νευρικό σύστημα, τη λειτουργία της καρδιάς, καταστροφή μυϊκού ιστού, εγκαύματα)
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“ασφαλίστε τις πρίζες στο σπίτι σας, για να προφυλάξετε τα μικρά παιδιά από ηλεκτροπληξία”
“ένας εργάτης πέθανε από ηλεκτροπληξία, όταν ήρθε σε επαφή το μηχάνημα που χειριζόταν με τα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.