HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ηλεκτροπαραγωγικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2
/i.lek.tɾo.pa.ɾa.ɣo.ʝiˈkos/

Ορισμοί

ο σχετικός με την ηλεκτροπαραγωγή

Παραδείγματα

“※ Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αρμοδίων, με ηλεκτροπαραγωγική ισχύ 30 μεγαβάτ μπορούν να καλυφθούν οι ανάγκες των βασικών υποδομών, νοσοκομείων, αντλιοστασίων κ.λπ. ενώ με εκ περιτροπής περικοπές, εφόσον χρειαστεί, θα παρέχεται ηλεκτροδότηση στο σύνολο της περιοχής.”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ηλεκτροπαραγωγικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course