Meaning of ηλεκτρομηχανικός | Babel Free
Ορισμοί
-
σχετικός με τον έλεγχο ή τον χειρισμό κάποιας μηχανής με ηλεκτρικά όργανα neologism
- συσκευή που αποτελείται από μηχανικά και ηλεκτρικά μέρη
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.