Meaning of ηλεκτρολόγος | Babel Free
/i.le.ktɾoˈlo.ɣos/Ορισμοί
τεχνίτης ή επιστήμονας που ασχολείται επαγγελματικά με τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις ή γενικότερα με την ηλεκτρολογία
Ισοδύναμα
English
Electrician
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.