Meaning of ηλεκτρολογείο | Babel Free
/i.le.ktɾo.loˈʝi.o/Ορισμοί
- το κατάστημα ή το εργαστήριο ενός ηλεκτρολόγου
- συσκευή ή χώρος για τη ρύθμιση των ηλεκτρολογικών
Παραδείγματα
“ηλεκτρολογείο αυτοκινήτων”
“ο φωτισμός ελέγχεται από το ηλεκτρολογείο του θεάτρου”
“※ το νέο ηλεκτρολογείο, το οποίο είναι κατασκευασμένο από μεταλλικό σκελετό […] Πρόκειται για απλή κατασκευή, λυόμενη, η οποία απομακρύνεται μετά το τέλος των παραστάσεων”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.