Meaning of ηλεκτραγωγός | Babel Free
/i.le.ktɾa.ɣoˈɣos/Ορισμοί
που δρα ως καλός αγωγός του ηλεκτρικού ρεύματος, που επιτρέπει την δίοδο του ηλεκτρικού ρεύματος
Παραδείγματα
“ηλεκτραγωγό σώμα”
electrical conductor
“το πιό ηλεκτραγωγό υλικό”
the most electrically conductive materials
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.