Meaning of ηδονοβλεψίας | Babel Free
/iðonovleˈpsias/Ορισμοί
- πρόσωπο που νιώθει ηδονή βλέποντας κρυφά άλλους ανθρώπους σε ιδιωτικές τους στιγμές (π.χ. ερωτική επαφή, πλύσιμο στο λουτρό, ένδυση, έκδυση κ.λπ.), οι οποίες σχετίζονται με το ερωτικό στοιχείο
-
πρόσωπο που παρακολουθεί με ευχαρίστηση θεάματα ερωτικού περιεχομένου general
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.