HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ηδονοβλεψίας | Babel Free

Noun masculine CEFR C1
/iðonovleˈpsias/

Ορισμοί

  1. πρόσωπο που νιώθει ηδονή βλέποντας κρυφά άλλους ανθρώπους σε ιδιωτικές τους στιγμές (π.χ. ερωτική επαφή, πλύσιμο στο λουτρό, ένδυση, έκδυση κ.λπ.), οι οποίες σχετίζονται με το ερωτικό στοιχείο
  2. πρόσωπο που παρακολουθεί με ευχαρίστηση θεάματα ερωτικού περιεχομένου
    general

Ισοδύναμα

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ηδονοβλεψίας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course