Meaning of ηγεμονικός | Babel Free
/i.ʝe.mo.niˈkos/Ορισμοί
- που αναφέρεται σε έναν ηγεμόνα
- που ταιριάζει σε έναν ηγεμόνα
-
ο αλαζονικός στην χρήση εξουσίας ή τυραννικός ηγέτης figuratively
-
αδιαμφισβήτητα ο επικρατέστερος ή ο πιο αρχηγικός figuratively
Ισοδύναμα
English
sovereign
Παραδείγματα
“ηγεμονικό αξίωμα”
“ηγεμονική αμοιβή : πολύ μεγάλη”
“ηγεμονικό δώρο: μεγαλοπρεπές ή πολύ μεγάλης αξίας, ένδειξη γενναιοδωρίας”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.