HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ηγεμονικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/i.ʝe.mo.niˈkos/

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται σε έναν ηγεμόνα
  2. που ταιριάζει σε έναν ηγεμόνα
  3. ο αλαζονικός στην χρήση εξουσίας ή τυραννικός ηγέτης
    figuratively
  4. αδιαμφισβήτητα ο επικρατέστερος ή ο πιο αρχηγικός
    figuratively

Ισοδύναμα

English sovereign

Παραδείγματα

“ηγεμονικό αξίωμα”
“ηγεμονική αμοιβή : πολύ μεγάλη”
“ηγεμονικό δώρο: μεγαλοπρεπές ή πολύ μεγάλης αξίας, ένδειξη γενναιοδωρίας”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ηγεμονικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course