Meaning of ζωηρεύω | Babel Free
Ορισμοί
-
γίνομαι περισσότερο ζωηρός απ' ό,τι ήμουν intransitive
-
κάνω κάτι πιο ζωηρό, του προσθέτω κίνηση, ένταση transitive
Παραδείγματα
“ο Γιωργάκης ήταν ήσυχο παιδί, αλλά τελευταία ζωήρεψε”
“η παρέμβαση του τρίτου ομιλητή ζωήρεψε κάπως τη μέχρι τότε ανιαρή συζήτηση”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.