HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ζουνάρι | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. το ζωνάρι, η φαρδιά ζώνη που φοράμε στη μέση μας -ειδικά οι άνδρες παλιότερα ή και κατά τόπους σήμερα
    idiomatic
  2. το ουράνιο τόξο (Πολίτης, Νικόλαος, Σκαρλάτος Βυζάντιος)
    idiomatic

Παραδείγματα

“※ Στου ουρανού δοξάρι, το κράζουν και ζωνάρι”
“Το ζουνάρι της Καλογριάς και Το ζουνάρι της Παναγιάς”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ζουνάρι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course