Meaning of ζαχαροπλαστικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του ζαχαροπλαστικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του ζαχαροπλαστική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του ζαχαροπλαστικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.