Meaning of εύθρυπτος | Babel Free
/ˈef.θɾi.ptos/Ορισμοί
που τρίβεται εύκολα, που μετατρέπεται εύκολα σε θρύμματα ή σκόνη
Παραδείγματα
“μια εύθρυπτη πέτρα, ένα εύθρυπτο γλύκισμα”
“Μέχρι στιγμής διαφαίνεται ότι η Google δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να ψηφιοποιήσει βιβλία από τους δύο πρώτους αιώνες της τυπογραφίας, με το σκεπτικό ότι η σάρωση είναι δύσκολη γιατί αυτά είναι βιβλία εύθρυπτα. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.