HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of εφημεριδοπωλείο | Babel Free

Noun CEFR C2

Ορισμοί

κατάστημα που πουλάει εφημερίδες (περιοδικά και ενδεχομένως άλλα μικροπράγματα)

Παραδείγματα

“Ορισμένα έντυπα του ομίλου επηρεάζονται περισσότερο από άλλα από την κρίση που έχει πλήξει το εφημεριδοπωλείο. Τα πράγματα για τα εβδομαδιαία έντυπα είναι πολύ δύσκολα. (*)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See εφημεριδοπωλείο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course