Meaning of ευφωνικό νι | Babel Free
/efoniˈko ˈni/Ορισμοί
- πρόσθετο νι, φθόγγος [n] πριν από φωνήεντα ή διφθόγγους ώστε να αποφεύγεται η χασμωδία
- Στα νέα ελληνικά παίρνουν ευφωνικό νι
Παραδείγματα
“※ Στα αρχαία ελληνικά παίρνουν ευφωνικό νι”
“ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΑ”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.