Meaning of ευπροσήγορος | Babel Free
/ef.pɾoˈsi.ɣo.ɾos/Ορισμοί
που απευθύνεται σε κάποιον με ευγένεια, όμορφα λόγια και διάθεση προσέγγισης
Παραδείγματα
“Είναι πάντα ευπροσήγορος, καλοδιάθετος και ευγενικός με όλους.”
“※ Στο μαγαζί άρχισαν οι πελάτες να αραιώνουν. Ακόμη και οι πιο επιεικείς δεν άντεχαν την περίεργη, απόμακρη, σχεδόν απόκοσμη συμπεριφορά του. Ο πάντα ευπροσήγορος Θεοφάνης, ο ευπρεπής, να έχει γίνει απόκοσμος. (Νίκος Θέμελης, Για μια συντροφιά ανάμεσά μας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.