Meaning of ευπατρίδης | Babel Free
/ef.paˈtɾi.ðis/Ορισμοί
- άτομο της ανώτερης κοινωνικής τάξης, (κατ’ επέκταση) αριστοκράτης
- ανδρικό επώνυμο
- πατρίκιος
- άτομο αριστοκρατικής καταγωγής, καλλιεργημένο και με ευγενικούς τρόπους
Ισοδύναμα
English
Eupatrid
Παραδείγματα
“※ Ας πάμε 2.600 και κάτι χρόνια πριν, στην αρχαία Αθήνα τού 636 ή 632 π.Χ. Ο ευπατρίδης, ολυμπιονίκης και γαμπρός του τυράννου των Μεγάρων Θεαγένη, ο Κύλων, κατέλαβε με στρατό την Ακρόπολη. Στόχο είχε να πάρει τη θέση του τυράννου των Αθηνών Μεγακλέους. Ο λαός των Αθηνών όμως, δεν πήγε με το μέρος του στασιαστή, αντίθετα πολιόρκησε την Ακρόπολη επί πολλές ημέρες, αφήνοντας τους πολιορκημένους χωρίς νερό και τροφή. (*)”
“※ O γνωστός δημοσιογράφος (…), που πέθανε χθες σε ηλικία 77 ετών, ήταν ένα από τα μεγάλα και σεβαστά ονόματα της ελληνικής δημοσιογραφίας. Ένας αληθινός ευπατρίδης της δημοσιογραφίας. (Εφημερίδα των Συντακτών, 19.09.2022)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.