Meaning of ευοδωθείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ευοδώνομαι
- θα ευοδωθείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ευοδώνομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ευοδώνομαι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.