Meaning of ευλόγησε | Babel Free
/eˈvlo.ʝi.se/Ορισμοί
- γ΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού αορίστου του ευλογώ
- β΄ πρόσωπο ενικού προστακτικής ενεργητικού αορίστου του ευλογώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.