HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ευκλείδειος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/efˈkli.ði.os/

Ορισμοί

  1. που αναφέρεται ή αποδίδεται στον μαθηματικό Ευκλείδη
  2. που αναφέρεται στην περίοδο που ήταν άρχοντας της αρχαίας Αθήνας ο Ευκλείδης, κυρίως για την καθιέρωση του ιωνικού αλφαβήτου στην Αθήνα που έγινε τότε

Παραδείγματα

“ευκλείδεια γεωμετρία”

Euclidean geometry

“ευκλείδειος χώρος, ευκλείδεια γεωμετρία”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ευκλείδειος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course