Meaning of ευθύγραμμο τμήμα | Babel Free
Ορισμοί
το τμήμα μιας ευθείας γραμμής που περιλαμβάνει δύο σημεία Α και Β και όλα όσα υπάρχουν μεταξύ τους. Είναι ένα προσδιορισμένο κομμάτι μιας ευθείας.
Ισοδύναμα
English
line
Παραδείγματα
“Το ευθύγραμμο τμήμα παριστάνεται με ΑΒ ή ◌̅AB Έχει μήκος, αλλά δεν έχει κατεύθυνση, δεν έχει προσανατολισμό, όπως το διάνυσμα.”
“ευθύγραμμο τμήμα ◌̅AB πάνω στη φέρουσα άπειρου μήκους ευθεία”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.