Meaning of ευθυγραμμισμένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει τοποθετηθεί σε ευθεία γραμμή με άλλον
- , (οικονομία): (μεταφορικά): που ακολουθεί πιστά μία άποψη, θέση, σχεδιασμό, προγραμματισμό, δόγμα κ.λπ.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.