Meaning of ευθανασία | Babel Free
/efθanaˈsia/Ορισμοί
-
καλός, ανώδυνος, εύκολος θάνατος (η ελληνιστική σημασία) formal
- η εκούσια θανάτωση κάποιου (που υποφέρει συνήθως από μακροχρόνια ή και ανίατη ασθένεια) με τρόπο ήπιο ή ανώδυνο, ώστε να πάψουν οι πόνοι ή η εναγώνια προσμονή του θανάτου
- καταχρηστικά, η θανάτωση ζώων, όταν αυτή γίνεται με τρόπο ήπιο ή ανώδυνο
Παραδείγματα
“※ Ο συχνότερος λόγος που έκανε τους ιδιοκτήτες ή / και τους κτηνιάτρους να καταφεύγουν στην ευθανασία ήταν ο κίνδυνος μετάδοσης του παρασίτου (Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, 2009)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.