Meaning of ευαλωτότητα | Babel Free
Ορισμοί
η ιδιότητα του ευάλωτου (που κυριεύεται εύκολα ή που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά κίνδυνο ή επίθεση)
formal, neologism
Παραδείγματα
“※ Επιστήμονες από τις ΗΠΑ ανακάλυψαν ότι η μελαγχολική διάθεση μιας ομάδας φοιτητών με ευαλωτότητα στην κατάθλιψη μπορούσε να αυξήσει τις πιθανότητες των φίλων τους να την εκδηλώσουν και οι ίδιοι έξι μήνες αργότερα. (tanea.gr)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.