HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ευαισθητοποίηση | Babel Free

Noun feminine CEFR C2
/e.ve.sθi.toˈpi.i.si/

Ορισμοί

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευαισθητοποιώ, παρακινώ κάποιον να δείξει ευαισθησία
  2. διεργασία κατά τη διαδικασία της μάθησης όπου ένα ερέθισμα ευαισθητοποιεί τον οργανισμό
    especially

Ισοδύναμα

English Sensitization

Παραδείγματα

“※ η επαναλαμβανόμενη έκθεση του οργανισμού σε ένα επώδυνο ερέθισμα έχει ως αποτέλεσμα την ταχύτερη αντίδραση, ευαισθητοποίηση. (κεφάλαιο 9, Βιολογία. Α΄Λυκείου)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ευαισθητοποίηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course