Meaning of ευαισθητοποίηση | Babel Free
/e.ve.sθi.toˈpi.i.si/Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευαισθητοποιώ, παρακινώ κάποιον να δείξει ευαισθησία
-
διεργασία κατά τη διαδικασία της μάθησης όπου ένα ερέθισμα ευαισθητοποιεί τον οργανισμό especially
Ισοδύναμα
English
Sensitization
Παραδείγματα
“※ η επαναλαμβανόμενη έκθεση του οργανισμού σε ένα επώδυνο ερέθισμα έχει ως αποτέλεσμα την ταχύτερη αντίδραση, ευαισθητοποίηση. (κεφάλαιο 9, Βιολογία. Α΄Λυκείου)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.