HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ευαγγελικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. αυτός που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο, αυτός που δέχεται a priori ως θεόπνευστο κείμενο μόνο την Αγία Γραφή - απόχρωση του χριστιανικού δόγματος των Διαμαρτυρόμενων
  2. ο ασκητικός στον τρόπο ζωής

Παραδείγματα

“Η κατά χάριν σωτηρία και η βεβαιότητα της σωτηρίας είναι 2 από τα βασικά δόγματα που χαρακτηρίζουν τους ευαγγελικούς.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ευαγγελικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course