HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ετυμολόγηση | Babel Free

Noun CEFR C1
/e.ti.moˈlo.ʝi.si/

Ορισμοί

  1. η πράξη ή διαδικασία ερμηνείας και παρουσίασης της ιστορικής εξέλιξης μιας λέξης
  2. το συγκεκριμένο κείμενο ή η διατυπωμένη ετυμολογική εξήγηση
    broadly

Παραδείγματα

“Η σωστή ετυμολόγηση της λέξης είναι δυσχερής.”
“Το λεξικό παρουσιάζει κάποιες πιθανές ετυμολογήσεις, αλλά συμπεραίνει τελικά ότι η λέξη είναι άγνωστης προέλευσης.”
“≈ συνώνυμα: ετυμολογία (3) (λιγότερο συχνά)”
“Διάβασα την ετυμολόγηση, αλλά δεν μου φαίνεται πολύ πειστική.”
“≈ συνώνυμα: ετυμολόγημα, ετυμολογία (4) (συχνότερα)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ετυμολόγηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course