Meaning of ετεροπροσωπία | Babel Free
/e.te.ɾo.pɾo.soˈpi.a/Ορισμοί
συντακτικό φαινόμενο κατά το οποίο το ρήμα και το εξαρτώμενο απ’ αυτό απαρέμφατο έχουν διαφορετικό υποκείμενο (στην αρχαία ελληνική και τη λατινική)
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.