Meaning of ετεροδικία | Babel Free
/e.te.ɾo.ðiˈci.a/Ορισμοί
το προνόμιο που έχουν οι υπήκοοι μιας χώρας να δικάζονται σύμφωνα με τους νόμους της χώρας τους, όταν το αδίκημα για το οποίο κατηγορούνται γίνεται σε ξένη χώρα· το προνόμιο αυτό απολαμβάνουν συνήθως οι διπλωμάτες και οι στρατιωτικοί καθώς και τα μέλη των οικογενειών τους
Ισοδύναμα
English
extraterritoriality
Παραδείγματα
“※ Στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προσέφυγε η Αργεντινή κατά των Ηνωμένων Πολιτειών καταγγέλλοντας αθέμιτη παραβίαση της κυριαρχίας και της ετεροδικίας της για την χρεοκοπία του κράτους. (* εφημερίδα Έθνος)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.