HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ετεροαπασχόληση | Babel Free

Noun CEFR C2
/e.te.ɾo.a.paˈsxo.li.si/

Ορισμοί

απασχόληση σε εργασία που δεν είναι αντίστοιχη με τις σπουδές ή τα προσόντα κάποιου ή σε εργασία που δεν είναι η βασική και κύρια

Παραδείγματα

“※ Mάστιγα η ετεροαπασχόληση. (…) Μόνο μέσα στο 2006 αναμένεται ότι 13.000-14.000 νέοι πτυχιούχοι θα προστεθούν στους περισσότερους από 70.000 άνεργους, υποαπασχολούμενους ή ετεροαπασχολούμενους δικηγόρους, γιατρούς, φιλόλογους, θεολόγους, νηπιαγωγούς, γυμναστές, δημοσιογράφους και κοινωνιολόγους! (…) Το 2005 υπολογίζεται ότι πάνω από 12.000 είναι οι άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι και ετεροαπασχολούμενοι πτυχιούχοι γυμναστές, ενώ πάνω από 3.000 εκτιμούνται οι άνεργοι πτυχιούχοι Θεολογίας ενώ άλλοι τόσοι υποαπασχολούνται ή ετεροαπασχολούνται. (εφ. Τα Νέα, 31/10/2005)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ετεροαπασχόληση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course