Meaning of εστιάτορας | Babel Free
/e.stiˈa.to.ɾas/Ορισμοί
- που έχει στην ιδιοκτησία του εστιατόριο ή είναι υπεύθυνος γι’ αυτό
- στρατιώτης που είναι υπεύθυνος για το στρατιωτικό εστιατόριο, για την προετοιμασία των γευμάτων, την καθαριότητα κ.λπ.
Ισοδύναμα
English
Restaurateur
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.